αποστρατεύω

αποστρατεύω
μετ.
1) увольнять (из армии), демобилизовать; 2) давать отставку (офицеру);

αποστρατεύομαι — демобилизоваться; — уходить в отставку


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "αποστρατεύω" в других словарях:

  • αποστρατεύω — αποστρατεύω, αποστράτευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αποστρατεύω — (ΑΜ ἀποστρατεύομαι) παθ. απολύομαι από τις τάξεις του στρατού νεοελλ. 1. (για στρατιωτικούς) απολύω, απομακρύνω κάποιον από την ενεργό στρατιωτική υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, σωματικής ανικανότητας κ.λπ. 2. ( ομαι) παύω να εξασκώ το επάγγελμα… …   Dictionary of Greek

  • αποστρατεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος 1. απολύω εφεδρικές ηλικίες στρατιωτών: Η κυβέρνηση αποστράτευσε πέντε ηλικίες εφέδρων. 2. βάζω αξιωματικό σε αποστρατεία (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποστράτευση — η 1. η απόλυση από τις τάξεις του στρατού 2. λήξη της επιστράτευσης. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποστρατεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τού Βασιλείου της Ελλάδος] …   Dictionary of Greek

  • αποστρατεία — η 1. η απομάκρυνση στρατιωτικού από την ενεργό υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, σωματικής ανικανότητας κ.λπ. 2. η απομάκρυνση ή η αποχή κάποιου από το επάγγελμα του. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποστρατεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στην Εφημερίδα της… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»